Στένωση στην καρωτίδα: Πότε χρειάζεται επέμβαση;

Η καρωτίδα είναι μία από τις πιο σημαντικές αρτηρίες του ανθρώπινου σώματος. Για την ακρίβεια, υπάρχουν δύο καρωτίδες αρτηρίες, μία σε κάθε πλευρά του τραχήλου, οι οποίες αναλαμβάνουν να μεταφέρουν πλούσιο σε οξυγόνο αίμα από την καρδιά προς τον εγκέφαλο. Η ομαλή κυκλοφορία του αίματος μέσα από κάθε καρωτίδα είναι ζωτικής σημασίας, καθώς ο εγκέφαλος εξαρτάται πλήρως από αυτή την παροχή για να λειτουργήσει σωστά.

Όταν εμφανίζεται στένωση στην καρωτίδα, αυτό σημαίνει ότι το εσωτερικό τοίχωμα του αγγείου έχει στενέψει λόγω της συσσώρευσης αθηρωματικής πλάκας. Η αθηρωματική πλάκα αποτελείται από χοληστερόλη, ασβέστιο, κυτταρικά υπολείμματα και ινική. Η διαδικασία αυτή, γνωστή ως αθηροσκλήρυνση, περιορίζει τη ροή του αίματος. Ακόμα πιο επικίνδυνο είναι το ενδεχόμενο να αποσπαστεί ένα μικρό κομμάτι αυτής της πλάκας ή ένας θρόμβος και να ταξιδέψει προς τον εγκέφαλο, προκαλώντας ισχαιμικό εγκεφαλικό επεισόδιο. Η κατανόηση του πότε αυτή η κατάσταση απαιτεί χειρουργική ή ενδαγγειακή παρέμβαση αποτελεί το κλειδί για την πρόληψη μόνιμων βλαβών.

Τα συμπτώματα και ο κίνδυνος του εγκεφαλικού επεισοδίου

Η στένωση στην καρωτίδα είναι συνήθως μια «σιωπηλή» πάθηση. Αυτό σημαίνει ότι ο ασθενής δεν αισθάνεται πόνο ούτε έχει κάποια εμφανή ενόχληση, με αποτέλεσμα η διάγνωση να γίνεται συχνά τυχαία κατά τη διάρκεια ενός προληπτικού ελέγχου (όπως ένα υπερηχογράφημα triplex τραχήλου).

Ωστόσο, όταν η στένωση στην καρωτίδα είναι προχωρημένη ή ένα τμήμα της πλάκας γίνει ασταθές, μπορεί να εμφανιστούν συμπτώματα. Αυτά σχετίζονται άμεσα με ένα παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο ή ένα πλήρες εγκεφαλικό επεισόδιο. Τα πιο συχνά συμπτώματα περιλαμβάνουν:

  • Ξαφνική αδυναμία ή μούδιασμα στο πρόσωπο, στο χέρι ή στο πόδι, συνήθως μόνο στη μία πλευρά του σώματος.
  • Δυσκολία στην ομιλία (δυσαρθρία) ή ξαφνική αδυναμία κατανόησης του λόγου των άλλων.
  • Αιφνίδια απώλεια όρασης ή θολή όραση στο ένα μάτι (μια κατάσταση που ονομάζεται παροδική αμαύρωση).
  • Απώλεια ισορροπίας, ζάλη ή ξαφνική δυσκολία στη βάδιση χωρίς προφανή αιτία.

Κάθε δευτερόλεπτο μετράει όταν εμφανίζονται αυτά τα συμπτώματα, καθώς η έγκαιρη ιατρική αξιολόγηση μπορεί να αποτρέψει μια μόνιμη αναπηρία.

Πώς γίνεται η διάγνωση και η μέτρηση του βαθμού στένωσης

Η ακριβής διάγνωση είναι το πρώτο και πιο κρίσιμο βήμα για να καθοριστεί η κατάλληλη θεραπευτική στρατηγική. Η βασική εξέταση εκλογής για την αξιολόγηση της κατάστασης είναι το έγχρωμο υπερηχογράφημα (Triplex) των καρωτίδων. Πρόκειται για μια ανώδυνη, μη επεμβατική εξέταση που επιτρέπει στον γιατρό να δει τη δομή του αγγείου και να μετρήσει την ταχύτητα της ροής του αίματος. Η ταχύτητα αυτή αυξάνεται όταν το αίμα αναγκάζεται να περάσει μέσα από ένα στενότερο σημείο, επιτρέποντας τον υπολογισμό του ποσοστού της στένωσης.

Εάν το Triplex δείξει σημαντική βλάβη, ο αγγειοχειρουργός συνήθως ζητά περαιτέρω απεικονιστικό έλεγχο για να επιβεβαιώσει τα ευρήματα και να σχεδιάσει την επέμβαση. Οι εξετάσεις αυτές περιλαμβάνουν την αξονική αγγειογραφία ή τη μαγνητική αγγειογραφία (MRA). Σε ορισμένες πιο περίπλοκες περιπτώσεις, μπορεί να απαιτηθεί ψηφιακή αφαιρετική αγγειογραφία, η οποία προσφέρει την πιο λεπτομερή απεικόνιση της ανατομίας των αγγείων, αν και είναι μια πιο επεμβατική μέθοδος.

Πότε η στένωση στην καρωτίδα χρειάζεται επέμβαση; 

Η απόφαση για το αν ένας ασθενής πρέπει να υποβληθεί σε επέμβαση βασίζεται σε κατευθυντήριες οδηγίες διεθνών ιατρικών εταιρειών, όπως η Ευρωπαϊκή Εταιρεία Αγγειοχειρουργικής και το Αμερικανικό Κολλέγιο Καρδιολογίας. Οι ασθενείς χωρίζονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες: τους συμπτωματικούς και τους ασυμπτωματικούς.

Για τους συμπτωματικούς ασθενείς, δηλαδή εκείνους που έχουν υποστεί εγκεφαλικό ή παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο εντός των τελευταίων έξι μηνών, η επέμβαση συνιστάται σχεδόν πάντα όταν η στένωση στην καρωτίδα υπερβαίνει το 70%. Σε πολλές περιπτώσεις, η παρέμβαση συζητείται ακόμα και για στενώσεις μεταξύ 50% και 69%, εφόσον η αθηρωματική πλάκα κριθεί ιδιαίτερα ασταθής ή εξελισσόμενη. Η επέμβαση σε αυτούς τους ασθενείς πρέπει να γίνεται ιδανικά μέσα στις πρώτες δύο εβδομάδες από το επεισόδιο για να μεγιστοποιηθεί το όφελος της πρόληψης ενός νέου, βαρύτερου εγκεφαλικού.

Για τους ασυμπτωματικούς ασθενείς, τα κριτήρια είναι πιο αυστηρά. Η επέμβαση εξετάζεται συνήθως όταν η στένωση στην καρωτίδα φτάνει ή ξεπερνά το 70% έως 80%, και μόνο εάν ο ασθενής έχει υψηλό κίνδυνο εγκεφαλικού παρά τη βέλτιστη φαρμακευτική αγωγή, ή εάν το προσδόκιμο ζωής του επιτρέπει να επωφεληθεί από τη διαδικασία σε βάθος χρόνου.

Οι διαθέσιμες χειρουργικές και ενδαγγειακές μέθοδοι

Όταν κριθεί απαραίτητο να αποκατασταθεί η βατότητα που έχει η καρωτίδα, υπάρχουν δύο κύριες θεραπευτικές προσεγγίσεις. Η επιλογή εξαρτάται από την ανατομία του αγγείου, την ηλικία του ασθενούς, τη γενικότερη κατάσταση της υγείας του και την εμπειρία της χειρουργικής ομάδας.

Η πρώτη και πιο δοκιμασμένη μέθοδος είναι η καρωτιδική ενδαρτηρεκτομή. Πρόκειται για μια ανοιχτή χειρουργική επέμβαση που πραγματοποιείται με γενική ή τοπική/περιφερειακή αναισθησία. Ο χειρουργός κάνει μια μικρή τομή στον τράχηλο, αποκτά πρόσβαση στο σημείο όπου βρίσκεται η καρωτίδα, ανοίγει προσεκτικά το αγγείο και αφαιρεί την αθηρωματική πλάκα που εμποδίζει τη ροή. Στη συνέχεια, το αγγείο συγκλείεται, συχνά με τη χρήση ενός ειδικού εμβαλώματος για να αποφευχθεί η μελλοντική επαναστένωση.

Η ομάδα του Dr. med. Νεκτάριου Γαλάνη πραγματοποιεί αυτή την επέμβαση με τοπική αναισθησία. Έτσι είναι σε θέση να παρακολουθούν την εγκεφαλική λειτουργία του ασθενούς καθ’όλη τη διάρκεια του χειρουργείου και να επεμβαίνουν αν χρειαστεί, ώστε να αποφευχθεί ένα διεγχειρητικό εγκεφαλικό. O Dr. med. Νεκτάριος Γαλάνης είναι ένας από τους λίγους Αγγειοχειρουργούς που πραγματοποιούν αυτή την επέμβαση.

Η δεύτερη μέθοδος είναι η ενδαγγειακή αποκατάσταση με τοποθέτηση στεντ (stenting καρωτίδας). Αυτή η τεχνική παρόλο που είναι λιγότερο επεμβατική, έχει μεγαλύτερα ποσοστά διεγχειρητικών εγκεφαλικών επεισοδίων από το ανοιχτό χειρουργείο και προτιμάται σε ιδιαίτερες περιπτώσεις όπως για παράδειγμα σε άτομα που έχουν υποβληθεί στο παρελθόν σε ακτινοβολία στον τράχηλο. Ο εξειδικευμένος γιατρός εισάγει έναν λεπτό καθετήρα, συνήθως από την αρτηρία του μηρού (μηριαία) ή του χεριού (κερκιδική), και τον οδηγεί μέχρι την περιοχή της στένωσης. Εκεί, εκπτύσσεται ένα ειδικό μεταλλικό πλέγμα (stent) που πιέζει την πλάκα στα τοιχώματα και κρατά το αγγείο ανοιχτό, εξασφαλίζοντας την ελεύθερη δίοδο του αίματος.

Συντηρητική θεραπεία και αλλαγές στον τρόπο ζωής

Ακόμα και όταν η στένωση στην καρωτίδα δεν πληροί τα κριτήρια για χειρουργική επέμβαση, η ιατρική παρακολούθηση και η συντηρητική αντιμετώπιση παραμένουν υποχρεωτικές. Στόχος της συντηρητικής θεραπείας είναι να σταθεροποιηθεί η αθηρωματική πλάκα και να αποτραπεί η περαιτέρω στένωση του αυλού του αγγείου.

Η φαρμακευτική αγωγή περιλαμβάνει συνήθως αντιαιμοπεταλιακά φάρμακα (όπως η ασπιρίνη ή η κλοπιδογρέλη) που εμποδίζουν τον σχηματισμό θρόμβων, καθώς και στατίνες. Οι στατίνες δεν μειώνουν απλώς τα επίπεδα της χοληστερόλης στο αίμα, αλλά έχουν και μια πολύ σημαντική πλειοτροπική δράση: σταθεροποιούν το τοίχωμα της πλάκας, καθιστώντας το λιγότερο επιρρεπές σε ρήξη και αποκόλληση.

Παράλληλα, οι αλλαγές στον τρόπο ζωής παίζουν καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της νόσου. Η διακοπή του καπνίσματος είναι η πιο άμεση και αποτελεσματική παρέμβαση, καθώς το κάπνισμα επιταχύνει δραματικά την αθηροσκλήρυνση. Η ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης και του σακχαρώδους διαβήτη, η υιοθέτηση μιας ισορροπημένης μεσογειακής διατροφής με χαμηλά λιπαρά και η τακτική αεροβική άσκηση βοηθούν στη διατήρηση της υγείας του αγγειακού συστήματος και προστατεύουν τον εγκέφαλο από μελλοντικούς κινδύνους.

Share this post

0:00
0:00